Δίαιτα των “μονάδων”: να την δοκιμάσω;

Δίαιτα των “μονάδων”: να την δοκιμάσω;

Δίαιτα των μονάδων: Να την δοκιμάσω;

{

Αν κάνεις μια γρήγορη αναζήτηση στο ιντερνέτ για «δίαιτα αδυνατίσματος» κατά 90% θα πέσεις πάνω στην «δίαιτα των μονάδων». Με πολλούς διάσημους και «άσημους», αλλά ακόμα και γιατρούς, να την έχουν εφαρμόσει και να την προτείνουν, είναι πολύ πιθανόν ο καθένας μας να σκεφτεί να την δοκιμάσει. Θα έχει όμως αποτέλεσμα;

Ο λόγος που παίρνουμε «κιλά» είναι το θετικό ενεργειακό ισοζύγιο, δηλαδή ότι τρώμε παραπάνω θερμίδες από ό,τι καίμε. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο οργανισμός μας είναι μια μηχανή “τέλειας καύσης”, για να χάσουμε βάρος πρέπει να λάβουμε λιγότερες θερμίδες από αυτές που καίμε. Με οποιονδήποτε τρόπο βραχυπρόθεσμα αν πετύχουμε να πάρουμε λιγότερες θερμίδες από αυτές που χρειαζόμαστε για τις ενεργειακές μας ανάγκες (βασικός μεταβολισμος + φυσική δραστηριότητα), ή να καίμε περισσότερες θερμίδες από αυτές που τρώμε, θα έχουμε απώλεια “κιλών”. Το πόσα κιλά θα χάσουμε, πόσο γρήγορα και για πόσο καιρό θα κρατήσουμε τα κιλά αυτά μακριά, εξαρτάται κυρίως από το πόσο θα «αντέξουμε» σε αυτην την «μέθοδο», που πετυχαίνει αρνητικό ισοζύγιο ενέργειας, αλλά και από την δράση ομοιοστατικών μηχανισμών, που ρυθμίζουν τον οργανισμό μας.

Στην δίαιτα των μονάδων, ο διαιτώμενος μπορεί να τρώει ό,τι θέλει αρκεί να μετράει μονάδες. Σύμφωνα με τις αρχές της δίαιτας, «ημερησίως οι γυναίκες θα πρέπει να καταναλώνουν 6 ή 7 μονάδες (6 μονάδες για συνολική απώλεια μέχρι 12 κιλά, 7 μονάδες για περισσότερα κιλά) και οι άντρες 7 ή 8 (7 μονάδες για συνολική απώλεια μέχρι 12 κιλά, 8 μονάδες για περισσότερα κιλά 8 μονάδες). Προβλέπονται αντίστοιχες μονάδες για θηλάζουσες, καθώς και για την «συντήρηση» μετά την απώλεια των κιλών.

Αν και η λογική της διαιτας των μονάδων μπορεί αρχικά να μοιάζει με το σύστημα  των πόντων των Weight Watchers ή με την καταμέτρηση θερμίδων για απώλεια βάρους, μελετώντας την πιο προσεκτικά θα βρούμε ουσιώδεις διαφορές. Μια τροφή, όσο θρεπτική και αν είναι, αποδίδει συγκεκριμένες θερμίδες (ή αλλιώς ενέργεια), οι οποίες δεν «χάνονται», ούτε «μηδενίζονται», με οποιονδήποτε τρόπο και αν καταναλωθεί. 

Στην δίαιτα των μονάδων αναφέρεται ότι :

  • Δεν υπάρχει περιορισμός στην ποσότητα, εκτός από ότι περιέχει αλεύρι και ζάχαρη και ότι όλες τις τροφές με μονάδα θα πρέπει να τις καταναλώνουμε εντός 1 ώρας αλλιώς θα πρέπει να τις μετρήσουμε ξανά (πχ καφές με γάλα και γλυκαντικό=1 μονάδα. Αν καταναλωθεί μετά την 1 ώρα είναι 2 μονάδες).

  • Από την κάθε τροφή/μονάδα, μπορούμε να τρώμε απεριόριστες ποσότητες, γιατί είτε μία μπουκιά φάμε είτε δύο πιάτα εμείς μία μονάδα θα μετρήσουμε. Όμως, αν φάμε την ίδια τροφή περίπου 1-2 ώρες αφού την έχουμε ξαναφάει θα πρέπει να την ξαναμετρήσουμε.

  • Αλλού αναφέρεται ότι: όλα τα ελεύθερα φρούτα (χωρίς μονάδα) καταναλώνονται οποιαδήποτε στιγμή της ημέρας αρκεί να είναι ένα είδος την φορά, αλλιώς θα χρεωθούμε από 1 μονάδα για κάθε φρούτο. Διαφορετικό φρούτο μπορούμε να φάμε αφού περάσουν 2 ώρες. (πχ 1 πορτοκάλι=0 μονάδες. 1 πορτοκάλι+1 μήλο=2 μονάδες).

Όπως καταλαβαίνουμε η ενέργεια  δεν είναι δυνατόν να χαθεί αν το τρόφιμο καταναλωθεί πιο γρήγορα ή αν καταναλώνεται ένα είδος τροφής την φορά. Ωστόσο, αυτή η πρακτική μπορεί να οδηγήσει σε πιο εύκολο «κορεσμό» και αντικειμενική δυσκολία να φάει κάποιος πχ 3 μήλα, από το να φάει μια φρουτοσαλάτα. Αντίστοιχα σε πολλές «πρωτεϊνικές» δίαιτες αναφέρεται η ελευθερία στην ποσότητα, γεγονός που επιτυγχάνει κορεσμό αλλά συχνά συνοδεύεται επίσης με τις αντίστοιχες «παρενέργειες» της υπερκατανάλωσης πρωτεϊνών εις βάρος άλλων θρεπτικών συστατικών.

Από την άλλη πλευρά, ένας από τους στόχους της δίαιτας ή “διατροφής”, όπως θέλουμε να αποκαλούμε σήμερα την προσπάθεια απώλειας βάρους, παράλληλα με την αλλαγή του σωματικού βάρους, θα πρέπει να αποτελει και διατροφική εκπαίδευση του διαιτώμενου ακόμα και από την στιγμή της έναρξης της. Με το να τρώει κάποιος «ελεύθερα» από κάποιες τροφές, χωρίς την επίγνωση των μερίδων, αφενός τον προδικάζει σε επαναπρόσληψη βάρους μετά την λήξη της και αφετέρου τον κάνει να επιθυμεί πιο έντονα όσες τροφές περιορίζονται ή απαγορεύονται. Επιπλέον η «ελεύθερη» και χωρίς πρόγραμμα κατανάλωση, μπορεί να οδηγήσει σε συνεχές τσιμπολόγημα με συνεχή ερεθισμό του γαστρεντερικού και αποτέλεσμα διαταραχή του συστήματος του κορεσμού. Επίσης, θεωρώντας ότι πολλές τροφές πχ. φρούτα, έχουν μηδενικές μονάδες μπορεί να οδηγήσουν σε σύγχυση τον διαιτώμενο, οδηγώντας τόσο σε υπερκατανάλωση και αυξημένη πρόσληψη θερμίδων, όσο και σε πιθανή επιπλοκή στην υγεία πχ. σε άτομα με διαταραχή στον έλεγχο της γλυκόζης.

Σε αντίθεση λοιπόν με την αστοχία της διαιτας τον μονάδων των μονάδων, η λύση στην μείωση του βάρους είναι η “διατροφή” εκείνη, που ταιριάζει στον τρόπο ζωης και στις γευστικες προτιμησεις του κάθε ξεχωριστού ατόμου και επιφέρει μείωση των κιλών με παράλληλη βελτίωση της υγείας και εκπαίδευση σε νεες, υγιεινές συνηθειες στον τρόπο ζωής και διατροφής, που ταιριάζουν στον κάθε διαιτώμενο και ο ίδιος απολαμβάνει και μπορεί να συνεχίσει και στο μέλλον. Ο άνθρωπος δεν τρώει μονάδες (ή θερμίδες, πρωτεΐνη, υδατάνθρακες κτλ), αλλά τροφές! Για κάθε άτομο με διαφορετικό ιατρικό, κοινωνικοικονομικό ιστορικό, διαφορετικό τρόπο ζωής και διαφορετικές συνήθειες υπάρχει η ιδανική αναλογία και το είδος των τροφών που θα επιφέρει το επιθυμητό αποτέλεσμα.

Επομένως, στην “μάχη” κατά των περιττών κιλών, στόχος δεν θα πρέπει να είναι η «αυστηρή και κατά γράμμα» τήρηση της «τέλειας» δίαιτας (αν υπάρχει η τελεία δίαιτα), αλλά η σταδιακή αλλαγή των λανθασμένων πεποιθήσεωνπου μας οδηγεί σε λανθασμένη διαιτητική συμπεριφορά, μέσω μικρών, εφικτών και εξατομικευμένων στόχων. Για αυτό, πριν μπούμε σε μια διαδικασία απώλειας βάρους, θα πρέπει να ρωτήσουμε τον εαυτό μας αν είναι ειλικρινά σε θέση να αλλάξει σταδιακά, αλλά μόνιμα, στο χρόνο που είναι προσωπικά εφικτό κάποιες από τις “παχυντικές” του πεποιθήσεις. Η σωστή δίαιτα είναι αυτή που μας βοηθά να γνωρίσουμε τι μας χορταίνει, τι μας πεινάει και ποιες τι απολαμβάνουμε με περιέργεια και όχι κριτική, ώστε να πετύχουμε σταδιακή βελτίωση του τρόπου και της ποιότητας της ζωής μας. 

Δείτε άλλες συμβουλές

Πως θα χάσεις την “κοιλίτσα” ή τα “ψωμάκια”;

Πως θα χάσεις την “κοιλίτσα” ή τα “ψωμάκια”;

Πως θα χάσεις λίπος τοπικά από την “κοιλίτσα” ή τα “ψωμάκια”;

{

Τι καλά που θα ήταν να μπορούσαμε να χάσουμε λίπος τοπικά! Και ακόμα πιο τέλειο θα ήταν το να μπορούσαμε να το «πάρουμε» σε άλλα σημεία πχ στήθος, πρόσωπο, γλουτούς!

Δυστυχώς, το να πιστεύουμε ότι μια δίαιτα ή συγκεκριμένα τρόφιμα ή συμπληρώματα μπορουν να μας βοηθήσουν να απαλλαγούμε από το λιπος που μας ενοχλεί σε ένα συγκεκριμένο σημείο, είναι σαν να ελπίζουμε ότι κάνοντας πολλες επαναλήψεις κοιλιακών θα μας βοηθήσει να αποκτήσουμε six pack! Σαφώς, η εξατομικευμένη διατροφή σε συνδυασμό με ένα προγραμμα άσκησης, φτιαγμένο με βάση τις προσωπικές ανάγκες, μπορεί να βοηθήσει να χάσουμε συνολικά λιπος και επομένως να μειωθεί η περιφέρεια και από τα «δύσκολα» σημεία, αλλά και από σημεία, που πιθανόν δεν θέλουμε.

Ο οργανισμός αποθηκεύει το «λιπος» με την μορφή τριγλυκεριδίων στα λιποκύτταρα, τα οποία δεν γίνεται να εξαφανιστούν παρά μόνο με λιποαναρρόφηση! Αν υπάρξει έλλειμα ενέργειας ή αρνητικό ισοζύγιο, δηλαδή αν τρώμε λιγότερο από αυτό που «καίμε», τότε ένα ένζυμο μέσα στα λιποκύτταρα βοηθά στην διάσπαση των τριγλυκεριδίων και την χρήση των λιπαρών οξέων σαν πηγή ενέργειας. Έτσι, τα λιποκύτταρα μειώνονται μεν σε όγκο, αλλά δεν εξαφανίζονται! Κάθε σωματότυπος αγαπά να αποθηκεύει το περισσότερο λιπος σε διαφορετικά σημεία βάση γενετικών καταβολών. Έτσι, ακόμα και σε χαμηλά ποσοστά λιπους, τα σημεία αυτά θα εξακολουθούν να έχουν περισσότερα λιποκυττάρα. Σε αύξηση του λίπους αυτές οι περιοχές πάλι θα προτιμηθούν για την αποθήκευση λιπαρών.

Επομένως, αν σε ενοχλούν τα “ψωμάκια” ή η “κοιλίτσα” σου δεν θα σου πω να τα αποδεχθείς και να τα κρύβεις, γιατί είσαι καταδικασμένη να ζεις μαζί τους. Θα σου πω να προσπαθήσεις να τα “σμιλευσεις” και μα τα τονώσεις με ένα πρόγραμμα διατροφή, που ταιρίαζει και καλύπτει τις σωματικές και κοινωνικές ανάγκες σου, σε συνδυασμό με ένα αυστηρά εξατομικευμένο συνδυασμό άσκησης. Μπορεις να πετύχεις ένα σφιχτό, δυνατό και υγιές σώμα με καμπυλες και επιλέγοντας τα κατάλληλη ρούχα να το αναδεικνύεις σωστά. Δεν χρειάζεται «να σε μάχεσαι και να σε μισεις σου» και τελικά να χάσεις την «ομορφιά» από το πρόσωπο σου ή να εξαφανίσεις το στήθος σου, χάνοντας πιθανότατα πολλες από τις μικρες χαρες της ζωης σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να εξαφανίσεις το λιπος από άλλα σημεία. Αντίθετα, δες γύρω σου ποσά άτομα, celebrities και μη, έχουν ατέλειες, αλλά έχουν καταφέρει να είναι διάσημοι για αυτές!

Δείτε άλλες συμβουλές

Είναι όλα τα τρόφιμα “χωρίς γλουτένη” ασφαλή;

Είναι όλα τα τρόφιμα “χωρίς γλουτένη” ασφαλή;

Είναι όλα τα τρόφιμα “χωρίς γλουτένη” ασφαλή για ασθενείς με κοιλιοκάκη;

{

Σήμερα η «γλουτένη» θεωρείται από πολλούς ένα «επιβλαβές» συστατικό καθώς κατηγορείται πως ευθύνεται για πολλές παθήσεις και συμπτώματα, όπως παχυσαρκία, φουσκώματα, ημικρανίες, προβλήματα στον θυρεοειδή κτλ.

Οι επίσημες κατευθυντήριες γραμμές προς το παρόν «συνταγογραφούν» την δίαιτα χωρίς γλουτένη ή «δίαιτα ελεύθερη γλουτένης» μόνο στους ασθενείς με κοιλιοκάκη, με «μη κοιλιοκακική ευαισθησία στην γλουτένη» ή με ερπητοειδή δερματίτιδα.

Η κοιλιοκάκη είναι μια αυτοάνοση διαταραχή του λεπτού εντέρου, που εμφανίζεται σε γενετικά προδιατεθειμένα άτομα όλων των ηλικιών. Προκαλείται λανθασμένη αντίδραση του οργανισμού στη γλιαδίνη, μια προλαμίνη της πρωτεΐνης γλουτένης, που βρίσκεται στο σιτάρι, καθώς και σε παρόμοιες πρωτεΐνες, που υπάρχουν σε άλλα κοινά δημητριακά, όπως κριθάρι και σίκαλη, αλλά και σε είδη όπως η Ζέα ή το ντίνκελ. Κάποιοι ασθενείς ενοχλούνται και από την κατανάλωση βρώμης.

Η πρόληψη γλουτένης προκαλεί αλλοιώσεις στον βλεννογόνο του λεπτού εντέρου, προκαλώντας μεταξύ άλλων και μερική ή ολική ατροφία (επιπέδωση) των λαχνών, εμποδίζοντας έτσι τη φυσιολογική πέψη και απορρόφηση των θρεπτικών συστατικών της τροφής. Τα συμπτώματα της κοιλιοκάκης μπορεί να περιλαμβάνουν: δυσαπορρόφηση, χρόνια διάρροια, αδυναμία ανάπτυξης (σε παιδιά), αναιμία, οστεοπενία, ανεξήγητη κόπωση κ.α., αλλά μπορεί να απουσιάζουν πλήρως (σιωπηλή κοιλιοκάκη).

Η «δίαιτα ελεύθερη γλουτένης» αποτελεί προς το παρόν την μοναδική διαθέσιμη θεραπεία για τους ασθενείς, εξασφαλίζοντας την επούλωση του εντέρου και την προστασία από τις επιπλοκές. Η κατανάλωση γλουτένης, ακόμα και σε ίχνη από τυχόν επιμόλυνση, μπορεί να βλάψει τον ασθενή, που μπορεί να μην εμφανίζει άμεσα συμπτώματα, αλλά να καταστρέψει την πρόοδο μηνών στην επούλωση του εντέρου.

Ο όρος “χωρίς γλουτένη”  χρησιμοποιείται για να υποδείξει ένα υποτιθέμενο αβλαβές επίπεδο γλουτένης στα τρόφιμα, παρά την πλήρη απουσία γλουτένης. Το ακριβές επίπεδο στο οποίο είναι ακίνδυνη η γλουτένη είναι αβέβαιο και αμφιλεγόμενο, ενώ από συστηματική ανασκόπηση φαίνεται ότι η κατανάλωση λιγότερο από 10 mg γλουτένης ανά ημέρα είναι απίθανο να προκαλέσει ιστολογικές ανωμαλίες. Βάσει της τελευταίας Ευρωπαϊκής νομοθεσίας Codex standard οι κατασκευαστές τροφίμων είναι υποχρεωμένοι από τον Ιούνιο 2008 να αναγράφουν εάν ένα προϊόν περιέχει γλουτένη. Σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 41/2009 για τα προϊόντα «χωρίς γλουτένη» μόνον προϊόντα με λιγότερο από 20 ppm γλουτένης θα μπορούν να επισημαίνονται με τον όρο «χωρίς γλουτένη» ενώ τα προϊόντα με επίπεδο 21-100ppm, θα χαρακτηρίζονται «πολύ χαμηλής γλουτένης», με ημερομηνία καθολικής εφαρμογής του εν λόγω Κανονισμού την 1η Ιανουαρίου 2012.

Τα ειδικά τρόφιμα είναι πλέον πολλά, εύγευστα, πωλούνται σε φαρμακεία ή σε μεγάλα super market, ενώ φέρουν την ένδειξη ελεύθερο γλουτένης (Gluten Free) ή το σήμα (με το διαγραμμένο σιτάρι, το οποίο είναι το διεθνές σήμα αναγνώρισης τροφών ελεύθερων γλουτένης). Ωστόσο, τα περισσότερα προϊόντα «ελεύθερα γλουτένης» είναι συνήθως πιο ακριβά, αλλά οι ασθενείς με διαγνωσμένη από κοιλιοκάκη μπορούν να αποζημιωθούν ένα μικρό μέρος τους από το ασφαλιστικό τους ταμείο.

Σήμερα όλο και περισσότερα άτομα αποφεύγουν την γλουτένη χωρίς όμως να πάσχουν από κοιλιοκάκη. Αυτή η συνεχώς αυξανόμενη ζήτηση έχει προκαλέσει το ενδιαφέρον της βιομηχανίας τροφίμων για προϊόντα «ελεύθερα γλουτένης» ευρείας κατανάλωσης, σε πιο οικονομική τιμή από τα παλιότερα «φαρμακευτικά» προϊόντα για ασθενείς με κοιλιοκάκη. Το γεγονός αυτό μπορεί να φαντάζει «βοηθητικό», προσφέροντας μεγαλύτερη ποικιλία τροφίμων και γλυκών για τους ασθενείς με κοιλιοκάκη, αλλά στην πραγματικότητα είναι πολύ επικίνδυνο. Πολλές φορές ο όρος «χωρίς γλουτένη» χρησιμοποιείται σε εστιατόρια και φούρνους δίχως να εφαρμόζεται αυστηρό σύστημα ελέγχου, καθώς πολλοί μπορεί να θεωρούν λανθασμένα ότι ο αποκλεισμός της γλουτένης είναι ακόμα μια «μόδα» ή «ιδιοτροπία» του πελάτη τους και όχι μια απαραίτητη θεραπεία.

Από τα κοινά προϊόντα, που «φαινομενικά» δεν περιέχουν γλουτένη- αλεύρι, πρωτεΐνη ή άμυλο ή τροποποιημένο άμυλο (σίτου) – στα συστατικά τους, οι ασθενείς καλό θα ήταν να ενημερώνονται για την πιθανή επιμόλυνση, είτε μέσω ομάδων ασθενών ή με άμεση επικοινωνία με την εταιρία. Καθώς η γραμμή παραγωγής τροφίμων μπορεί να αλλάξει, πολλές εταιρίες τροφίμων δημοσιεύουν και ενημερώνουν στο site τους λίστα με τα ασφαλή προϊόντα τους, πέρα από τα προϊόντα που φέρουν την σήμανση «ελεύθερα γλουτένης».

Επομένως, για την επιτυχή εφαρμογή της δίαιτας ελεύθερης γλουτένης ο ασθενής πέρα από τα τρόφιμα με την ειδική σήμανση, πριν την κατανάλωση «ύποπτων» τροφών, όπως μπαχαρικά, κακάο, επιδόρπια ψυγείου με βάση το γάλα ή το γιαούρτι, ζελέ, σοκολάτες, ρυζογκοφρέτες ή καλαμπογκοφρέτες κ.α. καλείται να ενημερώνεται για την καταλληλότητα τους και να ζητά διευκρινήσεις για συστατικά ή συντηρητικά.

Δείτε άλλες συμβουλές

Εθισμένοι στην ζάχαρη ή μήπως όχι;

Εθισμένοι στην ζάχαρη ή μήπως όχι;

“Εθισμένοι” στην ζάχαρη ή μήπως όχι;

{

Από μικροί έχουμε μάθει να μας «ανταμείβουμε» με «γλυκό», όπως μετά από μια ιδιαίτερα δύσκολη ημέρα, για να γιορτάσουμε τα γενέθλια ή μια ιδιαίτερη επιτυχία. Από την φύση μας αγαπάμε το «γλυκό», καθώς η πρώτη μας τροφή, το μητρικό γάλα, είναι γλυκό. Σήμερα όμως, η ζάχαρη θεωρείται το πιο «επικίνδυνο» τρόφιμο, περισσότερο από το λίπος ή τις θερμίδες γενικά, και μάλιστα έχει συγκριθεί, ακόμη και από επιστήμονες, με την ηρωίνη!

Η πρώτη σύνδεση ζάχαρης-ηρωίνης εμφανίζεται στο βιβλίο διατροφής «Νέος τρόπος ζωής για εξαιρετικά καλή υγεία» του 1978, με την «μόνη διαφορά μεταξύ του εθισμού στην ηρωίνη και του εθισμού στη ζάχαρη να είναι ότι η ζάχαρη δεν χρειάζεται ένεση, καταναλώνεται άμεσα λόγω της διαθεσιμότητάς της και δεν θεωρείται κοινωνικό κακό». Από τότε μέχρι σήμερα, πολλοί βαρύγδουποι τίτλοι και πολλές μελέτες έχουν προσπαθήσει να «αγγίξουν» το θέμα, χωρίς όμως να υπάρχει σαφής κατάληξη.

Αρχικά, οι ορισμοί για το «τι είναι η εξάρτηση», αφθονούν. Όταν οι περισσότεροι άνθρωποι σκέφτονται την «εξάρτηση» ή τον «εθισμό», το μυαλό τους πηγαίνει στα ναρκωτικά, δηλαδή σε χημικές ουσίες, που προκαλούν αλλαγές στο άτομο, κάνοντάς το να τις θέλει «απελπισμένα», ώστε να του είναι σχεδόν αδύνατο να τους αντισταθεί.
Ο «επίσημος» ορισμός για τον «εθισμό», ο οποίος τώρα αναφέρεται ως «διαταραχή της χρήσης ουσιών (SUD)», από την Αμερικανική Ψυχιατρική Εταιρεία για τους ασθενείς και την οικογένεια τους είναι μια «πολύπλοκη κατάσταση, μια νόσος του εγκεφάλου, που εκδηλώνεται με χρήση ψυχαναγκαστικής ουσίας παρά τις βλαβερές συνέπειες». Το Διαγνωστικό και Στατιστικό Εγχειρίδιο των Ψυχικών Διαταραχών (DSM-5), περιλαμβάνει 11 συμπτώματα-κριτήρια για τη διάγνωση. Μια μέτρια περίπτωση διαταραχής της χρήσης ουσιών συνεπάγεται την ύπαρξη τεσσάρων ή πέντε συμπτωμάτων, ενώ η ύπαρξη έξι ή περισσότερων χαρακτηρίζονται ως σοβαρή. Οι περισσότεροι άνθρωποι, που αγαπούν τη ζάχαρη, δεν θα έχουν πάνω από δύο από αυτά τα συμπτώματα, ενώ τα άτομα με διατροφική διαταραχή μπορεί να εμπλακούν σε περισσότερες εθιστικές συμπεριφορές, αλλά στο συνολικό πλαίσιο της διαταραχής και όχι ως μια φυσιολογική εξάρτηση από συγκεκριμένα τρόφιμα.

Η εξάρτηση χαρακτηρίζεται από δύο βασικά συμπτώματα: την ανοχή και την απόσυρση. Η ανοχή είναι η ανάγκη όλο και περισσότερης ουσίας για να επιτευχθεί το ίδιο αποτέλεσμα. Τα αποτελέσματα απόσυρσης είναι τα δυσάρεστα συμπτώματα, που εμφανίζονται όταν αφαιρείται η ουσία, και περιλαμβάνουν άγχος, κατάθλιψη, κρύο ιδρώτα, ρίγη, σοβαρούς πόνους κτλ που μερικές φορές είναι συχνά τόσο δυσάρεστα, ώστε το εξαρτημένο άτομο να πάρει την ουσία αποκλειστικά για να ανακουφιστεί από αυτά τα συμπτώματα και όχι για την ευχαρίστηση.

Τι συμβαίνει με την κατανάλωση ζάχαρης;

Η ζάχαρη είναι ένας απλός υδατάνθρακας, που αυξάνει γρήγορα σε γλυκόζη στην κυκλοφορία του αίματος. Απλοί υδατάνθρακες βρίσκονται επίσης στα φρούτα, τα λαχανικά και τα γαλακτοκομικά προϊόντα. Ωστόσο, αυτά τα τρόφιμα έχουν φυτικές ίνες ή/και πρωτεΐνες, που επιβραδύνουν τη διαδικασία απορρόφησης της γλυκόζης. Αντιθέτως, η ζάχαρη (άσπρη ή καστανή), τα σιρόπια, τα αναψυκτικά κτλ. αποτελούνται από εύπεπτα απλά σάκχαρα και ανεβάζουν απότομα την γλυκόζη στο αίμα.  Η σχέση μεταξύ ζάχαρης και εθιστικής συμπεριφοράς συνδέεται με το γεγονός ότι, όταν τρώμε ζάχαρη απελευθερώνονται οπιοειδή και ντοπαμίνη. Η ντοπαμίνη είναι ένας νευροδιαβιβαστής, βασικό μέλος του «συστήματος ανταμοιβής», που συνδέεται με την εθιστική συμπεριφορά. Όταν μια συγκεκριμένη συμπεριφορά προκαλεί υπερβολική απελευθέρωση ντοπαμίνης, αισθανόμαστε «ευφορία», που επιθυμούμε να ξαναβιώσουμε και επομένως, οδηγούμαστε στο να επαναλάβουμε τη συμπεριφορά. Ωστόσο, όσο περισσότερο επαναλαμβάνουμε αυτή τη συμπεριφορά , τόσο εγκέφαλός μας «προσαρμόζεται» και απελευθερώνει λιγότερη ντοπαμίνη. Ο μόνος τρόπος για να νιώσουμε την ίδια αρχική «ευφορία», είναι να επαναλαμβάνουμε τη συμπεριφορά σε αυξανόμενη συχνότητα και ποσότητα.
Ο ανθρώπινος εγκέφαλος διαμορφώθηκε να λειτουργεί με σηματοδότηση «επιβίωσης» με το να «τρώμε όσο μπορούμε περισσότερο». Έτσι, στην διαδικασία της κατανάλωσης τροφής εμπλέκεται το ντοπαμινεργικό σύστημα ανταμοιβής και η ηδονιστική απόλαυση της τροφής.

Υπό αυτή την έννοια, σήμερα όλα τα θρεπτικά συστατικά και όχι μόνο η ζάχαρη, που χρησιμοποιούνται συχνά για να κάνουν τα τρόφιμα πιο ελκυστικά, θα μπορούσαν επίσης να οδηγήσουν σε εθισμό, συμβάλλοντας στην σημερινή «εποχή της αφθονίας» στην επιδημία της παχυσαρκίας.

Παρά τις δημοφιλείς αξιώσεις, ούτε ο εθισμός στην ζάχαρη ή σε οποιαδήποτε άλλη θρεπτική ουσία ή τροφή (με την πιθανή εξαίρεση της καφεΐνης), ούτε τα συμπτώματα απόσυρσης έχουν αποδειχθεί επιστημονικά στον άνθρωπο. Η θεωρία του «εθισμού στη ζάχαρη» φαινομενικά γεφυρώνει τα σημερινά κενά μεταξύ της επιστήμης των τροφίμων και της νευροεπιστήμης και μεταξύ της διατροφής και της ψυχολογίας. Αυτή η θεωρία αναπτύχθηκε σε μελέτες με πειραματόζωα, αλλά εξακολουθεί να υπάρχει έλλειψη ανθρώπινων δεδομένων. Παρόλο που υπάρχουν ορισμένες ενδείξεις ότι τα πειραματόζωα μπορούν να εξαρτώνται από τη ζάχαρη, κάτω από ορισμένες συγκεκριμένες συνθήκες (συμπεριλαμβανομένης της νηστείας), ο εθισμός δεν έχει αποδειχθεί επαρκώς και η εφαρμογή των μοντέλων τρωκτικών στον εθισμό είναι στην καλύτερη περίπτωση αμφιλεγόμενη.

Εκτός από τις εθιστικές ουσίες, υπάρχουν πολλές διαφορετικές εμπειρίες που διεγείρουν αυτές τις ίδιες περιοχές του εγκεφάλου, συμπεριλαμβανομένης της χαράς, της επιτυχίας, του ακούσματος ευχάριστης μουσικής κτλ. Είναι ένα κλασικό λογικό σφάλμα, επειδή η ζάχαρη (ή άλλες εξαιρετικά εύγευστες τροφές) διεγείρουν επίσης αυτά τα κυκλώματα, να θεωρούμε ότι η ζάχαρη είναι εθιστική.
Από μια εξελικτική σκοπιά, ο εθισμός θεωρείται ένα φυσιολογικό γνώρισμα, που επέτρεψε στους ανθρώπους να επιβιώσουν σε πρωτόγονες συνθήκες, όταν τα τρόφιμα ήταν σπάνια. Στην εποχή μας, αυτές οι εθιστικές συμπεριφορές καταστήθηκαν δυσλειτουργικές και αντί να μας βοηθούν, στην πραγματικότητα θέτουν σε κίνδυνο την υγεία μας.

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (WHO) ορίζει την κατανάλωση «ελεύθερων σακχάρων» σε λιγότερο από 10% των ημερήσιων θερμίδων ήδη από το 1989, για να μειωθεί ο κίνδυνος για παχυσαρκία ή τερηδόνα. Τα “ελεύθερα σάκχαρα” περιλαμβάνουν τόσο τα σάκχαρα που απαντώνται φυσικά στο μέλι και το χυμό φρούτων, όσο και η ζάχαρη που προστίθεται στα τρόφιμα και τα ποτά, που μπορεί να εμφανίζονται στις ετικέτες ως: γλυκόζη, σιρόπι καλαμποκιού, δεξτρόζη, μαλτόζη σακχαρόζη κ.α.

Σίγουρα η υπερκατανάλωση οποιασδήποτε τροφής, όπως και της ζάχαρης, «κλέβει» χώρο για άλλα θρεπτικά τρόφιμα από την διατροφή μας. Τα καλά νέα είναι ότι μπορούμε να προσαρμόσουμε τις γεύσεις μας, για να αναζητούμε λιγότερη γλυκιά γεύση, όπως ακριβώς γίνεται με το αλάτι και την αλμυρή γεύση, μειώνοντας σταδιακά την πρόσθετη ζάχαρη και επιλέγοντας περισσότερα φυσικά γλυκά τρόφιμα, όπως τα φρούτα, που εκτός από την ικανοποίηση της ανάγκης μας για γλυκό είναι φορτωμένα με βιταμίνες, αντιοξειδωτικά και φυτικές ίνες.

 

 

 Βιβλιογραφία:

  • Fain, J. (2015). “In ‘Eating Lab,’ A Psychologist Spills Secrets on Why Diets Fail.” NPR.
    Hebebrand, J., Albayrak, Ö., Adan, R., Antel, J., Dieguez, C., de Jong, J., … & van der Plasse, G. (2014). “Eating addiction,” rather than “food addiction,” better captures addictive-like eating behavior. Neuroscience & Biobehavioral Reviews, 47, 295-306
    Hoffer, Abram, and Morton Walker. Orthomolecular Nutrition: New Lifestyle for Super Good Health. Keats Publishing, 1978.
    Wei Z, Zhang X. Similarities and differences in diagnostic criterion. In Substance and Non-substance Addiction. Zhang X, editor. Singapore: Springer Nature; (2017). p. 105–132.
    Wiss, David, Nicole Avena, and Pedro Rada. “Sugar Addiction: From Evolution to Revolution.” Frontiers in psychiatry 9 (2018): 545.
    Ziauddeen, H., Farooqi, I. S., & Fletcher, P. C. (2012). “Obesity and the brain: how convincing is the addiction model?” Nature Reviews Neuroscience, 13(4), 279-286.

Δείτε άλλες συμβουλές